Η Μάριam βρισκόταν στην παραλία, απολαμβάνοντας την ήρεμη αύρα του αέρα, όταν το βλέμμα της ξαφνικά έπεσε πάνω σε δύο πρόσωπα που ποτέ δεν περίμενε να ξαναδεί. Η κόρη της, Παμέλα, και ο γαμπρός της, Φρανκ, στεκόνταν μπροστά της, ακριβώς όπως πριν από πέντε χρόνια.
Μόνο που τότε τους είχε θάψει, σπαραγμένη από τον πόνο ενός θανάτου που ποτέ δεν κατάφερε να δεχτεί. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, η αναπνοή της κόπηκε. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να ήταν νεκροί.
Ο τραγικός τους θάνατος σε ένα τροχαίο ατύχημα είχε σκορπίσει τον κόσμο της, είχε αφήσει μέσα της ένα τεράστιο κενό που καμία ιατρική θεραπεία ή διακοπές δεν μπορούσαν να γεμίσουν. «Πώς είναι δυνατόν;» ψιθύρισε στον εαυτό της, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει την παρουσία τους.
Δεν ήταν αυτοί. Πώς μπορούσαν να είναι; Ο χρόνος είχε σταματήσει για εκείνη και για την οικογένειά της, και τώρα τα φαντάσματα του παρελθόντος επέστρεφαν σαν ένα κακό όνειρο. Είχε έρθει στο νησί για να ξεφύγει από τη θλίψη της, να βρει λίγη γαλήνη και να ξεκουραστεί.
Κάθε βήμα που έκανε στην αμμουδιά, κάθε ανάσα που έπαιρνε, την έφερνε πιο κοντά στην αίσθηση της απελευθέρωσης. Όμως, τώρα, έπρεπε να αντιμετωπίσει ξανά τις πληγές της. Η Μάριam βγήκε από το καράβι και με τα βήματα βαρύς και αβέβαιους, προχώρησε προς το ξενοδοχείο,
το οποίο της υποσχόταν λίγες στιγμές ηρεμίας. Οι φωνές των τουριστών, τα γέλια των παιδιών και το κρύο αεράκι του νησιού δεν κατάφεραν να την κάνουν να νιώσει καλύτερα. Η σκέψη της ήταν ακόμη στα πρόσωπα που είχε αποχαιρετήσει με δάκρυα πριν χρόνια.

Μετά από λίγα λεπτά, στην είσοδο του ξενοδοχείου, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή και τα πόδια της την πρόδωσαν. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν εκεί, μπροστά της, ζωντανοί, όπως τη στιγμή που τους είχε αποχαιρετήσει για τελευταία φορά.
«Παμέλα!» φώναξε, η φωνή της γεμάτη από έκπληξη και πόνο. Το ζευγάρι γύρισε αργά, και η Μάριam είδε στα μάτια τους τον πανικό. Πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, το ζευγάρι άρχισε να τρέχει, σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει.
Με τη δύναμη της απελπισίας, η Μάριam τους ακολούθησε, φωνάζοντας τους να σταματήσουν. «Σταματήστε! Τι κάνετε εδώ;» Ο πανικός την είχε κυριεύσει, αλλά και η επιθυμία να μάθει την αλήθεια, γιατί τίποτα δεν είχε νόημα πια χωρίς να καταλάβει.
Και τότε, ξαφνικά, το ζευγάρι σταμάτησε. Κοίταξαν πίσω, η Παμέλα τρέμοντας, σαν να ζητούσε βοήθεια. Ο Φρανκ της έπιασε το χέρι και την έσφιξε, αλλά τα μάτια του έδειχναν απόγνωση. Όλα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη πενταετία, όλα όσα πίστευε για το τέλος τους, έμοιαζαν να καταρρέουν.
Η Μάριam πλησίασε, η αναπνοή της βαριά. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο ερωτήματα, πόνο και ανάγκη για απαντήσεις. «Πώς είναι δυνατόν; Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε, προσπαθώντας να καταλάβει. Η Παμέλα γύρισε και είπε με τη φωνή που έτρεμε:
«Μαμά, πρέπει να καταλάβεις… όλα όσα ξέρεις, όλα όσα πίστευες, δεν είναι ακριβώς έτσι. Μπορούμε να σου εξηγήσουμε.»







