Ο Τζέικ μπαίνει στο εστιατόριο που κάποτε είχε γεμίσει με ευτυχισμένες στιγμές, αναζητώντας ένα γρήγορο γεύμα, αλλά η στιγμή που ανοίγει την πόρτα τον ανατρέπει. Εκεί, καθισμένη μόνη, είναι η Λόρα,
το κορίτσι που ποτέ δεν είχε καταφέρει να ξεχάσει, φορόντας νυφικό. Αντί να λάμπει από χαρά, το πρόσωπό της είναι γεμάτο από δάκρυα, και τα μάτια της, κόκκινα και πρησμένα, αποκαλύπτουν τον πόνο της.
«Λόρα;» ρωτάει ο Τζέικ με μια τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να συγκρατήσει την έκπληξή του. Η Λόρα τον κοιτάζει και τον αναγνωρίζει αμέσως. Το χαμόγελό της είναι θλιμμένο και τα μάτια της δείχνουν μια συναισθηματική φόρτιση που είναι αδύνατο να κρυφτεί.
«Τζέικ», ψιθυρίζει η Λόρα, σαν να μην πιστεύει ότι τον βλέπει ξανά μετά από τόσα χρόνια. Ο Τζέικ, χωρίς να διστάσει, κάθεται δίπλα της. Οι σκέψεις του αναστατώνονται καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι συνέβη.
«Τι έγινε; Γιατί είσαι εδώ, στο νυφικό σου;» τη ρωτάει, ήδη γνωρίζοντας πως η απάντηση θα είναι επώδυνη. Η Λόρα παίρνει μια βαθιά ανάσα και αφήνει τις λέξεις να βγουν με δυσκολία. «Ο Ντάιλαν με άφησε σήμερα.
Δεν ήρθε στην εκκλησία. Δεν μπορούσα να το αντέξω εκεί. Ήρθα εδώ γιατί αυτό το μέρος πάντα ήταν το καταφύγιό μας. Δεν το θυμάσαι;» Η φωνή της τρέμει καθώς μιλάει. Ο Τζέικ, ενώ η θλίψη για την κατάσταση της Λόρας τον κατακλύζει,
την κοιτάζει με κατανόηση. «Λυπάμαι», λέει αληθινά. «Δεν ξέρω πώς να το καταλάβω, αλλά είμαι εδώ.» Η Λόρα κουνάει το κεφάλι της. «Αυτό το συναίσθημα είναι σαν εφιάλτης. Δεν ξέρω καν τι να κάνω από δω και πέρα.»
Ο Τζέικ σκέφτεται για μια στιγμή και τότε του έρχεται μια παράξενη, σχεδόν τρελή ιδέα. «Ξέρεις τι; Ας πάμε μαζί στη δεξίωση», λέει με αυτοπεποίθηση, προσφέροντας ένα μικρό χαμόγελο.

«Θα είναι παράξενο, αλλά γιατί όχι; Ας κάνουμε τη βραδιά μας μοναδική, ακόμα κι αν είναι η πιο παράξενη νύχτα γάμου.» Η Λόρα τον κοιτάζει, αρχικά έκπληκτη, αλλά σιγά-σιγά, η ιδέα την αγγίζει. «Είσαι σίγουρος; Με το νυφικό μου;»
«Ναι», λέει ο Τζέικ, «όπως είσαι. Ας κάνουμε το καλύτερο από αυτό.» Με ένα σιωπηλό συμφωνηθέν, οι δυο τους φεύγουν από το εστιατόριο και κατευθύνονται προς τη δεξίωση. Ο κόσμος στην αίθουσα τους κοιτάζει έκπληκτος,
με μια μείξη εντυπωσιασμού και συμπόνοιας. Η Λόρα, όμορφη στο νυφικό της, φαντάζει σαν να έχει ξεχάσει το χαμόγελό της, αλλά τα μάτια της μαρτυρούν όλη την ιστορία του πόνου και της απογοήτευσης.
Καθώς η βραδιά προχωρά, η μουσική γεμίζει την αίθουσα και οι χοροί αρχίζουν. Ο Τζέικ και η Λόρα βρίσκονται στο κέντρο της σκηνής, γελώντας και αναπολώντας στιγμές από τα παλιά, θυμίζοντας εποχές του σχολείου.
«Θυμάσαι εκείνη τη φορά που μπήκαμε κρυφά στο σινεμά;» λέει ο Τζέικ, τα μάτια του να λάμπουν από τον ενθουσιασμό της ανάμνησης. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν μας πιάσανε ποτέ!» γελάει η Λόρα, ξεχνώντας για λίγο την πραγματικότητα γύρω τους.
«Ήσουν πολύ κακή στο ψιθύρισμα», λέει εκείνος με ένα πονηρό χαμόγελο. Η μουσική αλλάζει και ο DJ αναγγέλλει τον πρώτο αργό χορό της βραδιάς. Παράξενη, σχεδόν σουρεαλιστική η ατμόσφαιρα,
καθώς χορεύουν σε έναν γάμο χωρίς γαμπρό. Όμως, όταν η Λόρα ζητάει να χορέψουν μαζί, ο Τζέικ νιώθει ότι αυτή η στιγμή είναι ακριβώς εκείνη που περίμενε. «Τζέικ, μπορείς να χορέψεις μαζί μου;» ρωτάει, τα μάτια της γεμάτα αμφιβολία.
«Θα ήταν τιμή μου», λέει εκείνος, παίρνοντάς την στην αγκαλιά του και οδηγώντας τη στην πίστα. Αλλά τότε, κάτι απροσδόκητο συμβαίνει: ο πρώην αρραβωνιαστικός της Λόρας, ο Ντάιλαν, μπαίνει στην αίθουσα.

Ο χρόνος μοιάζει να σταματά καθώς πλησιάζει τη Λόρα και τον Τζέικ. «Λόρα, μπορούμε να μιλήσουμε;» ρωτά, η φωνή του γεμάτη ενοχή. Η Λόρα τον κοιτάζει με ψυχραιμία και κρατάει το χέρι του Τζέικ σφιχτά.
«Τι θέλεις;» ρωτά, η φωνή της ψυχρή, αλλά γεμάτη δύναμη. «Λυπάμαι», λέει ο Ντάιλαν, η φωνή του τρέμει. «Έκανα λάθος. Σε παρακαλώ, δώσε μου μια δεύτερη ευκαιρία.» Η Λόρα τον ακούει,
αλλά τότε μιλά με απόλυτη σαφήνεια που διαπερνά την καρδιά του Τζέικ. «Με άφησες στην εκκλησία. Δεν μπορείς να εμφανιστείς τώρα και να ζητάς συγχώρεση. Μου έδειξες ποιος είσαι. Αξίζω περισσότερα.»
Ο Ντάιλαν φαίνεται να καταρρέει μπροστά της, αλλά η Λόρα δεν υποχωρεί. «Είναι αργά», λέει αποφασιστικά και στρέφεται ξανά στον Τζέικ. Ο Τζέικ, γεμάτος περηφάνια για τη Λόρα, την ακολουθεί όταν εκείνη αποφασιστικά εγκαταλείπει την αίθουσα.
Στη δροσερή νύχτα, την τραβά κοντά του και τη ρωτάει αν είναι εντάξει. «Ναι», λέει η Λόρα, «ήθελα να το κλείσω με τον δικό μου τρόπο.» «Ήσουν υπέροχη», λέει ο Τζέικ, «και αξίζεις κάποιον που θα είναι πάντα εκεί για σένα.»
«Είμαι τόσο χαρούμενη που είσαι εδώ», λέει η Λόρα, τα μάτια της να λάμπουν. Ο Τζέικ ξέρει ότι ήρθε η ώρα να πει την αλήθεια. «Λόρα, δεν σε ξέχασα ποτέ. Σ’ αγάπησα πάντα», λέει, η φωνή του γεμάτη αλήθεια, αλλά η καρδιά του να χτυπά δυνατά.
«Δεν σε ξέχασα ποτέ», ψιθυρίζει εκείνη, και όταν τα χείλη τους συναντιούνται, είναι σαν να επαναλαμβάνεται κάτι που ποτέ δεν τελείωσε – η δεύτερη ευκαιρία για μια αγάπη που δεν έπρεπε ποτέ να χαθεί.







