Αυτή είναι μια πιο δημιουργική και συναισθηματική εκδοχή της ιστορίας στα ελληνικά: Του είχα εμπιστοσύνη. Τυφλή. Χωρίς ίχνος αμφιβολίας. Ποτέ δεν ρώτησα για τις πολλές ώρες στο νοσοκομείο,
ποτέ δεν ζήτησα εξηγήσεις για τις δικαιολογίες του, όταν δεν επικοινωνούσε. Μέχρι εκείνο το βράδυ, όταν ένα και μόνο, ανεπαίσθητο λάθος κατέρρευσε όλη την πίστη μου σε αυτόν.
Ο ήχος της φωνής του ήταν πάντα αυτός που με μαγνήτιζε. Όπως διαπέρασε τον αέρα, γεμάτος ηρεμία και αυστηρότητα. Όταν μιλούσε για ιατρική, έβλεπα την λάμψη στα μάτια του,
τη φλόγα που έκαιγε πίσω από τα λόγια του – ένας άντρας που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη θεραπεία, που κάθε λεπτό της ύπαρξής του το έδινε για να σώσει τους άλλους.
Αυτό ήταν που με έκανε να τον ερωτευτώ. Η ικανότητά του να εξηγεί ακόμα και τις πιο δύσκολες ιατρικές έννοιες με τρόπο που μπορούσα να καταλάβω. Ο Δρ. Νάθαν, ο άντρας μου για οκτώ χρόνια,
ο άνθρωπος που είχε σώσει δεκάδες ζωές. Και, αν είμαι ειλικρινής, ήταν και αυτός που είχε σώσει τη δική μου. Στους τελευταίους έξι μήνες, μου είχε πει ότι δούλευε σε ένα νέο νοσοκομείο.
Έμοιαζε λογικό, οι γιατροί μετακινούνται, αναζητούν νέες ευκαιρίες και προκλήσεις. Δεν είχα κανένα λόγο να αμφιβάλλω. Του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη. Αλλά η εμπιστοσύνη είναι ένα ευαίσθητο φυτό.
Δεν καταλαβαίνεις πότε αρχίζει να μαραίνεται, μέχρι να σπάσει το πρώτο ρήγμα, δυνατό και επώδυνο. Ήταν εκείνο το βράδυ στο δείπνο με τους γονείς του. Ο χώρος ήταν γεμάτος γέλια,
με τη μυρωδιά του ψητού που η μητέρα του το ετοίμαζε καλύτερα από οποιονδήποτε, και το γνώριμο θρόισμα των ποτηριών. Το τραπέζι ήταν γεμάτο, η ατμόσφαιρα χαλαρή.

Ο Νάθαν καθόταν δίπλα μου, το χέρι του στο μηρό μου, μια καθησυχαστική αίσθηση βάρους που μου έδινε ασφάλεια. Και τότε μίλησε η ανιψιά του, η Άλισον. «Θείε Νέιτ, γιατί δεν σε βλέπω ποτέ στη δουλειά;
Μπορώ να έρθω να σε επισκεφτώ στην καρδιολογία;» Η φωνή της ήταν τόσο φρέσκια, γεμάτη ενθουσιασμό. Είχε μόλις τελειώσει τις σπουδές της και δούλευε στο ίδιο νοσοκομείο για το οποίο ο Νάθαν μιλούσε συνέχεια.
Ο Νάθαν δεν έδειξε καμία αντίδραση. «Α, είμαι σε πολλές κλινικές. Είναι δύσκολο να με βρεις.» Η Άλισον γέλασε, ανυποψίαστη. «Ναι! Έχεις τόσους πολλούς ασθενείς, έτσι;»
«Ναι», απάντησε εκείνος χωρίς να διστάσει. «Πόσους ακριβώς;», ρώτησε εκείνη, η περιέργεια της τόσο αθώα, τόσο γεμάτη εμπιστοσύνη. «Α, 18 δωμάτια, έτσι;» «Ναι», είπε εκείνος με μια αδιάφορη απάντηση.
«Πραγματικά, θείε; Πρέπει να είσαι τόσο αγχωμένος! Αλλά… δεν υπάρχουν 25 δωμάτια, όχι 18;» Και ξαφνικά, όλα έγιναν σιωπηλά. Ένιωσα την ατμόσφαιρα να αλλάζει γύρω μας, σαν να μικραίνει ο χώρος.
Το χέρι του Νάθαν κούνησε ελαφρά το μηρό μου. Τον κοίταξα – τα μάτια του άναψαν, και είδα τις λεπτές γραμμές της έντασης γύρω από τα χείλη του. Ήταν η στιγμή που ήξερα: Κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Μάλλον το έχασες», είπε τελικά εκείνος, το χαμόγελο στα χείλη του, αλλά τα μάτια του… ήταν κενά. Η Άλισον κατάλαβε τη διαφορά, η φωνή της τρεμούλιασε. «Ω… ε… ίσως είσαι σε άλλη κλινική;»
Προσπάθησε να σώσει την ατμόσφαιρα, αλλά ένιωσα ότι το είχε ήδη καταλάβει – ότι κάτι δεν ήταν σωστό. Γύρισα και τον κοίταξα, ψάχνοντας τα γνωστά σημάδια αυτοπεποίθησης,
εκείνη την ήρεμη σιγουριά που πάντα εξέπεμπε. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο ψυχρότητα. Απόσταση. «Νάθαν…», ψιθύρισα, τα δάχτυλά μου να τον αγγίζουν απαλά. «Σε ποια κλινική είσαι, ακριβώς;»
Το βλέμμα του δεν ξεκόλλησε από μένα. Είδα το τρεμόπαιγμα στα μάτια του – και δεν ήταν έκπληξη. Ήταν φόβος. «Εγώ…», άρχισε να πει, αλλά τότε η μητέρα του παρενέβη.
«Ποιος θέλει γλυκό;» Η φωνή της ήταν υπερβολικά φωτεινή, υπερβολικά ενθουσιασμένη, σαν να ήθελε να σπάσει την ένταση με μια μόνο πρόταση. Ο Νάθαν πήρε μια βαθιά αναπνοή,
δεν με άφηνε από τα μάτια του, και ήξερα ότι ήξερε – ήξερα. Πέρασαν εβδομάδες και προσπάθησα να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου. Αλλά τότε, ένα απόγευμα, ο πατέρας μου χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο.
Μόνο για μια προληπτική εξέταση. Αλλά όταν ήταν στην καρδιολογία και περίμενα, με κατέλαβε ο πανικός. Ένα βλέμμα στο κινητό μου, ένα ακόμα. Καμία κλήση. Κανένα μήνυμα.
Θα με ενημέρωνε, αν μπορούσε. Αλλά δεν το έκανε. Ένα παράξενο άγχος ανέβηκε μέσα μου. Το ξαναδοκίμασα. Πάλι τίποτα. Κανένα μήνυμα. Κανένας τηλέφωνο. Ένα μικρό συναίσθημα ανησυχίας έγινε μια παγωμένη υποψία.
Κάλεσα το νοσοκομείο. «Νοσοκομείο Lakeside, πώς μπορώ να βοηθήσω;» «Γειά σας, προσπαθώ να επικοινωνήσω με τον Δρ. Νάθαν Κάρτερ. Το κινητό του είναι κλειστό. Μπορείτε να τον βρείτε;»
«Συγγνώμη, μπορείτε να επαναλάβετε το όνομα;» «Νάθαν Κάρτερ. Εργάζεται στην καρδιολογία.» Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρηγορότερα. Η υπάλληλος της υποδοχής κράτησε τη γραμμή για λίγο.

Τότε ήρθε η απάντησή της, που με άφησε χωρίς αναπνοή: «Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε κανέναν Δρ. Νάθαν Κάρτερ εδώ.» «Δεν μπορεί να είναι!» φώναξα, το μυαλό μου αρνιόταν να καταλάβει τις λέξεις αυτές. «Εργάζεται εδώ μήνες!»
«Όχι, κυρία. Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε κανέναν Δρ. Νάθαν Κάρτερ.» Έκλεισα το τηλέφωνο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Που είναι; Πήγα στο νοσοκομείο.
Ο κόσμος γύρω μου θόλωσε καθώς έφτασα εκεί. Η μυρωδιά του απολυμαντικού και του αποστειρωμένου αέρα με κόπηκε την ανάσα. Η υποδοχή ήταν ψυχρή, επαγγελματική – και τότε ήρθε η στιγμή που τα άλλαξε όλα.
«Κυρία Κάρτερ;» Ένας γιατρός στεκόταν πίσω μου, τα μάτια του σοβαρά. «Γνωρίζω τον σύζυγό σας. Πρέπει να μιλήσουμε.» «Τι του κάνατε;» μουρμούρισα, καθώς με οδηγούσε στους διαδρόμους.
«Αυτός… είναι εδώ. Αλλά όχι ως γιατρός.» Τον ακολούθησα, τα πόδια μου αδύναμα, το αίμα μου βούιζε στα αυτιά μου. «Τι λέτε;» φώναξα, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα. Ήξερα τι με περίμενε.
Με οδήγησε σε ένα μικρό γραφείο, άφησε έναν φάκελο μπροστά μου. Στο εξώφυλλο ήταν το όνομά του. «Στάδιο IV.» Η αναπνοή μου κόπηκε. Η αλήθεια με χτύπησε σαν κεραυνός. Δεν εργαζόταν.
Αυτός ήταν ο ένας που χρειαζόταν βοήθεια. Πολεμούσε για τη ζωή του. Άρπαξα τον φάκελο, έσβησα τα δάκρυα από τα μάγουλά μου και διάβασα τις αναφορές. Όλα ήταν εκεί, μαύρο με άσπρο.
Η αλήθεια που μου είχε κρύψει όλο αυτό τον καιρό. «Ήθελα να στο πω…», άκουσα τον Νάθαν να ψιθυρίζει, καθώς μπήκα στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Φαινόταν διαφορετικός, πιο αδύνατος, πιο χλωμός.
Το χρώμα από τα μάτια του είχε σχεδόν σβήσει. «Πότε, Νάθαν;» ρώτησα, η φωνή μου σπάσει. «Θα το έλεγες όταν θα ήταν πολύ αργά;» Έκλεισε τα μάτια του. «Νόμιζα ότι θα τα κατάφερνα μόνος. Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Αλλά ήταν αργά.»
Έπεσα στο κρεβάτι, πιάνοντας το χέρι του. «Δεν το άφησες σε μένα!» «Σ’ αγαπούσα. Δεν ήθελα να σε χάσω…» ψιθύρισε, κρατώντας το χέρι μου. Και όταν τελικά άφησε το νοσοκομείο – όχι ως ασθενής,
αλλά ως γιατρός – ήταν ένας καινούργιος άνθρωπος. Και ήξερα ότι ένα πράγμα δεν θα έκανε ποτέ ξανά: να με εξαπατήσει.







